κήρυξ

ὁ κήρυξ, υκος глашатай, вестник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κήρυξ" в других словарях:

  • Κῆρυξ — Κήρυξ masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῆρυξ — herald masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κήρυξ — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν ήρωας της Αττικής, αρχηγέτης και επώνυμος του ιερατικού γένους των Κηρύκων. Τον θεωρούσαν γιο του Εύμολπου και πατέρα του Εύμολπου B’. Υπήρχε επίσης η άποψη ότι ήταν γιος του Ερμή και της Αγραύλου ή της Πανδρόσου ή της… …   Dictionary of Greek

  • Αιολικός Κήρυξ — Εβδομαδιαία εφημερίδα με έδρα την Αθήνα (1953 58), που θεωρήθηκε ως συνέχεια του Κήρυκα, ημερήσιας εφημερίδας, που κυκλοφορούσε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) μέχρι τον γενικό εκτοπισμό των Ελλήνων κατοίκων της πόλης στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η ύλη… …   Dictionary of Greek

  • Ημερήσιος Κήρυξ — Ονομασία καθημερινών εφημερίδων. 1. Εκδόθηκε το 1933 από τον I. Πασσά και συνέχισε την έκδοσή της έως το 1936. Το 1928, εξάλλου, ο Ι. Πασσάς ίδρυσε την καθημερινή αθηναϊκή εφημερίδα Ημερήσιος Τύπος, που συνέχισε την έκδοσή της έως το 1932. 2.… …   Dictionary of Greek

  • ГЛАШАТАЙ —    • Κήρυξ,          герольд, уже у Гомера имеет особенное значение и в силу важности его обязанности считается неприкосновенным. Как посредник между различными государствами, он стоял под защитой международного права (ср. Hdt. 7, 133 слл.).… …   Реальный словарь классических древностей

  • Κηρύκεσσι — Κήρυξ masc dat pl (epic aeolic) Κήρυκες masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κηρύκεσσι — κῆρυξ herald masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κηρύκεσσιν — Κήρυξ masc dat pl (epic aeolic) Κήρυκες masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κηρύκεσσιν — κῆρυξ herald masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κηρύκων — Κήρυξ masc gen pl Κήρυκες masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.